Η πρόσφατη εξιχνίαση της κλοπής και των βανδαλισμών στο Μειονοτικό Δημοτικό Σχολείο Αράτου δεν αποκάλυψε μόνο τους φυσικούς αυτουργούς μιας κοινής εγκληματικής πράξης, αλλά εξέθεσε ανεπανόρθωτα μια συντονισμένη προσπάθεια πολιτικής εργαλειοποίησης και προπαγάνδας κατά της Ελλάδας.
Ενώ η αστυνομική έρευνα κατέδειξε ότι τρεις ημεδαποί εισέβαλαν στο υπό αναστολή σχολείο με μοναδικό σκοπό την αφαίρεση σωλήνων χαλκού από το σύστημα θέρμανσης, συγκεκριμένοι μειονοτικοί φορείς, που απηχούν τις θέσεις της Άγκυρας στη Θράκη, έσπευσαν να κατασκευάσουν ένα αφήγημα «εθνικής δίωξης».
Πρώτο το Κόμμα Ισότητας, Ειρήνης και Φιλίας (ΚΙΕΦ), πριν καν υπάρξουν επίσημα στοιχεία, επιχείρησε να συνδέσει το περιστατικό με τα εκπαιδευτικά δικαιώματα της μειονότητας, υποστηρίζοντας προκλητικά ότι «τα σχολεία μας κλείνουν παράνομα» και κάνοντας λόγο για «πιέσεις που συνεχίζονται».
Στο ίδιο μήκος κύματος και η αποκαλούμενη «Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Τούρκων Δυτικής Θράκης», η οποία από την έδρα της στη Γερμανία έκανε λόγο για «αποτρόπαια επίθεση που διαπράχθηκε στο Τουρκικό δημοτικό σχολείο», ζητώντας την παρέμβαση των αρχών για ένα περιστατικό που ήδη εμφάνιζε ως στοχευμένη πρόκληση.
Η απάντηση στην προσπάθεια αυτή ήρθε από την αν. Διευθύντρια Περιφερειακής Εκπαίδευσης ΑΜΘ, Μαίρη Κοσμίδου, η οποία κατήγγειλε ανοιχτά «απόπειρες εξαπάτησης της κοινής γνώμης». Η κ. Κοσμίδου υπογράμμιζε ότι η «απόπειρα διασύνδεσης της παράνομης εισόδου ορισμένων περιοίκων με ‘’χτύπημα κατά της μειονοτικής εκπαίδευσης’’ υποτιμά τη νοημοσύνη των Θρακιωτών».
Η τελική εξιχνίαση της υπόθεσης, με τη δικογραφία να αφορά κλοπή και φθορά ξένης ιδιοκτησίας από ημεδαπούς δράστες, και συγκεκριμένα τρεις Ρομά, δικαιώνει πλήρως τις θεσμικές αρχές και αφήνει έκθετους όσους επιχείρησαν να πλήξουν την εικόνα της χώρας, μετατρέποντας μια κοινή ποινική υπόθεση σε όπλο προπαγάνδας.
Η ανακοίνωση του ΚΙΕΦ:




























































