Στις πρόσφατες δημόσιες καταγγελίες του Ιατρικού Συλλόγου Ροδόπης για τη συνεργασία ιδιωτών ιατρών με το «Σισμανόγλειο» Νοσοκομείο Κομοτηνής, απαντά η Διοικήτρια του Νοσοκομείου κ. Ελένη Ροφαέλα.
Μέσω επίσημης δήλωσης, η Διοικήτρια του «Σισμανογλείου», τονίζει ότι η εφαρμογή της σχετικής ΚΥΑ του 2025 δεν αποτελεί μια «ανεξέλεγκτη δυνατότητα», αλλά μια διαδικασία που διέπεται από συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η κα Ροφαέλα ξεκαθαρίζει ότι οι απαντήσεις που δόθηκαν προς τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες γιατρούς δεν αποτελούν προσωπικές της κρίσεις. Αντιθέτως, υπογραμμίζει ότι οι αποφάσεις εδράζονται σε εισηγήσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου και των Διευθυντών των αντίστοιχων κλινικών, οι οποίοι αξιολογούν τις υφιστάμενες υποδομές, τον εξοπλισμό και το διαθέσιμο προσωπικό. «Η αμφισβήτηση των αποφάσεων αυτών συνιστά ευθέως αμφισβήτηση των επιστημονικών κρίσεων των ίδιων των ιατρών του Νοσοκομείου», σημειώνεται χαρακτηριστικά στη δήλωση.
Παράλληλα, απορρίπτει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό ότι «ακυρώνει την πολιτική του Υπουργείου Υγείας», αντιτείνοντας ότι κινείται σε πλήρη συμμόρφωση με το θεσμικό πλαίσιο, με γνώμονα τη νομιμότητα και την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Μάλιστα, η κα Ροφαέλα προβαίνει σε μια ουσιώδη διευκρίνιση σχετικά με τη θεσμική της ιδιότητα, επισημαίνοντας ότι η τοποθέτησή της στη θέση της Διοικήτριας προέκυψε μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας του ΑΣΕΠ και όχι ως μια αυθαίρετη πολιτική επιλογή.

Αναλυτικά, η ανακοίνωση της:
«Σε σχέση με πρόσφατα δημοσιεύματα και δημόσιες τοποθετήσεις που αφορούν τη λειτουργία του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής και τη δυνατότητα συνεργασίας ιδιωτών ιατρών με το Νοσοκομείο, κρίνεται αναγκαίο να δοθούν ορισμένες σαφείς και τεκμηριωμένες διευκρινίσεις, προς αποκατάσταση της πραγματικής εικόνας.
Η εφαρμογή της Κοινής Υπουργικής Απόφασης του 2025 δεν συνιστά αυτοδίκαιη ή ανεξέλεγκτη δυνατότητα άσκησης ιατρικού έργου εντός των δημόσιων νοσηλευτικών μονάδων. Το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ότι κάθε αίτημα συνεργασίας εξετάζεται κατά περίπτωση, με βάση συγκεκριμένες προϋποθέσεις και τις πραγματικές λειτουργικές δυνατότητες της εκάστοτε μονάδας υγείας.
Οι απαντήσεις της Διοίκησης του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής προς ιδιώτες ιατρούς δεν αποτελούν προσωπικές κρίσεις ούτε εκφράζουν έλλειψη βούλησης. Εδράζονται σε συλλογική, υπηρεσιακή και θεσμικά προβλεπόμενη αξιολόγηση, η οποία βασίζεται στις εισηγήσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου, στις τεκμηριωμένες απόψεις των Διευθυντών των αντίστοιχων κλινικών και τμημάτων και στην αποτίμηση των υφιστάμενων υποδομών, του εξοπλισμού, των πιστοποιήσεων και του διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού.
Ως προς τον ισχυρισμό ότι η Διοίκηση “ακυρώνει την πολιτική του Υπουργείου Υγείας”, αυτός είναι αβάσιμος. Η Διοίκηση ενεργεί σε πλήρη συμμόρφωση και ευθυγράμμιση με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και τις κατευθύνσεις του Υπουργείου Υγείας, εφαρμόζοντάς τες όπως ακριβώς προβλέπονται, με αποκλειστικό γνώμονα τη νομιμότητα, την ασφάλεια και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.
Οι σχετικές αποφάσεις εδράζονται σε συλλογικές εισηγήσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου και στις τεκμηριωμένες απόψεις των Διευθυντών των αντίστοιχων κλινικών και τμημάτων· συνεπώς, η αμφισβήτηση τους συνιστά ευθέως αμφισβήτηση των επιστημονικών κρίσεων των ίδιων των ιατρών του Νοσοκομείου.
Παράλληλα, χρήζει να αποκατασταθεί μία ουσιώδης ανακρίβεια: η τοποθέτηση της Διοικήτριας του Γενικού Νοσοκομείου Κομοτηνής δεν αποτέλεσε αυθαίρετη ή πολιτική επιλογή, αλλά προέκυψε κατόπιν μακράς και προβλεπόμενης διαδικασίας μέσω ΑΣΕΠ, σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Η Διοίκηση του Νοσοκομείου σέβεται απολύτως την επιστημονική επάρκεια και την επαγγελματική εμπειρία των ιατρών και αναγνωρίζει τις αυξημένες ανάγκες της περιοχής. Ωστόσο, έχει θεσμική και νομική υποχρέωση να διασφαλίζει ότι κάθε παρεχόμενη ιατρική πράξη εντός του Νοσοκομείου πραγματοποιείται υπό συνθήκες πλήρους ασφάλειας, επάρκειας και νομιμότητας.
Ο διάλογος με τους θεσμικούς φορείς της ιατρικής κοινότητας παραμένει ανοικτός, στη βάση τεκμηριωμένων δεδομένων και υπηρεσιακών διαδικασιών. Η ευθύνη της Διοίκησης είναι πρωτίστως απέναντι στους ασθενείς και στη δημόσια υγεία, και αυτήν θα συνεχίσει να υπηρετεί με συνέπεια και θεσμική υπευθυνότητα».






























































